,

Καλοκαίρι… κι ο τροχός γυρίζει!



Γράφει ο: ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΠΑΛΗΓΕΩΡΓΟΣ
Έμεινε στο μισοσκόταδο, ώρα βασίλεμα ηλιού, μόνος  του ο απόμαχος  χωριάτης,  νάβρει τον εαυτό του. Στο γέρμα της ζωής και της μέρας άρχισε να ψηλαφάει τα καμωμένα. Κι άρχισε… να μετανιώνει για κάποια πούκαμε και περσότερο για κάποια που δεν έκαμε. Ήρθανε στη γκλάβα  του και των σοφών τα λόγια, οπούχε μάθει στα σκόρπια αναγνώσματα, πως είν’ καλύτερο τάχα να μετανιώνει κανένας για κείνα πούκαμε, πέρι για κείνα που δεν έκαμε. Μα θόλωσε, μες στις χλωμές αχτίδες του μισοσκόταδου,  σαν αναρωτήθηκε, “ποιος γνοιάζεται για μένα, ποιος αλήθεια μ’ εχτιμάει;”.  Ξέρει τώρα, έρμο κούτσουρο, πόσο τον μετράνε κι αναλόγως μεριάζει. Κι άξαφνα ήρθανε, αληθινά στο θώρο του σάμπως στη φαντασία του, πολλοί! Οι δικοί του-γονιοί, αδέρφια, γυναίκα -χαμένοι απ’ τη ζωή και τα παιδιά του ξενιτεμένα. Και τρόμαξε, “να τόχασα; για ’μαι στα συγκαλά μου;” είπε μέσα του, κι έδωκε τόπο στην άξαφνη τρομάρα του. Είχαν έρθει, μπρος στο θώρο του σάμπως στη φαντασία του, πολλοί, οι δικοί του κι άλλοι αποξενότεροι, την ώρα πούπε να μείνει μοναχός του!  Ανατινάχτη, ανασηκώθη, βήκε  στης πόρτας το σκαλί να ξεφυσίσει το μέσα του, να ξαφορμίσει η πληγή του, να ρίξει ύστερη ματιά στο σωμένο δειλινό, να δει πως χάνονται οι κοντυλιές π’ ορίζουν τον ορίζοντα, μάντης να γένει του καιρού ταχιά, να καληνυχτίσει το μπαξέ και τη στέρνα, την αυλή του, τα σκυλιά και τα γατιά του. Ξεκινούσαν τη βόλτα τους οι πρώτες πυγολαμπίδες. Τ’ αγριοπούλια έκρωζαν τη φωνή τους ’πως έφευγαν για να κουρνιάσουν. “ Κλάψτε  πουλιά μου! Κλάψτε να ξαλαφρώσετε, νάλαφρα να πετάτε, να ζευγαρώνεται! Αύριο πάλι”, είπε ο άνθρωπος και γύρισε μέσα, μέσα του! Κι όσο να τον κερδίσει ο ύπνος, σκιές απουσίες  στου πόνου  το χορό, π’ ανάδερφα υποφέρνεται. Και ’πως ολοένα,  στ’ όνειρό του, σαν ίδια η αλήθεια, σκαρώθηκαν αντάμωσες,  ζαμάνια πίσω.  
Ο ύπνος σαν αρχαίος μάγος αναπαύει τους βασανισμένους, δίκαια λένε.  Σα ναν  της κτήσης εντολή, έτσι  η ζωή να ζιέται! Τ’ ανάκαρα  που σώνονται, το τριζόνι, το νυχτοπούλι, το νυχτολούλουδο, ο ύπνος. Ο ύπνος απάγκιο και ξάρτι τ’ ανθρώπου στον πόνο, στην τρικυμία, στον συμπιβασμό. Όμως το ίδιο ή το μάλλον περσότερο αναπαύει ο ύπνος τους τυχερούς και τους άβλαφτους  και το μάλλον αναπαύει έτσι και τους άδικους και τους καταχραστές. Τι παράταιρο! ο ύπνος κάποιων σα ναν ασέβεια, ’πως η αναιστησία! Μα…σα ναν  της κτήσης εντολή… κι έτσι  η ζωή να ζιέται!
Ο απόμαχος χωριάτης, ο άνθρωπος ο ζουμερός που στη νιότη του τήραε με κράτη την εξέλιξη, που την έλεε ξετυλιξιά και χαμογέλαε, ’πως έτσι την έγραψαν  κι οι άπιαστες πένες της «μαλλιαρής» δημοτικής, ο Πέτρος Βλαστός, ο Γιάννης Ψυχάρης, ο Αργύρης Εφταλιώτης κι άλλοι κάμποσοι. Ο άνθρωπος πόχει μέσα του τον τόπο, το νόστο και τις ανθρώπινες μορφές σ’ αχάλαστο χαρμάνι. Ο άνθρωπος π’ αρνήθηκε της πόλης τ’ άθλια φώτα, π’ αηδίασε την υποκρισία της «γραβάτας»,  π’ αποστράφηκε του κούφιου επιστήμονα τον τύπο, που άντεξε την εποχή που τα ντενεκεδένια λόγια τ’ αστόμωτου  δημαγωγού σκέπαζαν τη φωνή του. Ο άνθρωπος πούλεε παλιότερα για την ανατροπή του άδικου κι άλλα ωραία και φλογερά, που τον κορόιδευαν οι άλλοι οι κομματισμένοι, οι πολλοί. Για την ανατροπή του άδικου! Τόβλεπε ήτανε απλό και καθαρό, συνάμα όμως άπιαστο! Τόβλεπε! Μα το λαχταρούσε η ψυχή του, με την ανυποχώρητη κάψα της νιότης, σα τον φουντωμένο έρωτα χωρίς ελπίδα…Kαι τώρα ο άνθρωπος τα ίδια ποθεί. Τώρα όμως κατέχει τη σύντομη στράτα  της απλότητας και της υπομονής, ότι φίλιωσε με τους πόνους κι έκαμε τους συμπιβασμούς ταπεινωμένος, μα σαν που νογάνε κι όχι σαν που κιοτεύουν. Το ξέρει δεν έκαμε λάθος. Το ξέρει  όχι από έπαρση, μα από συνείδηση κι από καρδιά. Το ξέρει δεν έκαμε λάθος,  μα το σωστό δεν έχει πέραση, το βλέπει. Άλλο το σωστό κι άλλο το φρόνιμο τώρα. Το φρόνιμο είναι να τηράς και να γροικάς γύρω σου και να ξεχωρίζεις τον άνθρωπο απ’ την Ύαινα. Το σωστό τώρα είναι λογιώ-λογιώ. Σωστό είναι, λένε πολλοί, να φορείς προσωπίδα ανθρώπου και νάσαι Ύαινα. Σωστό είναι, λένε κάποιοι άλλοι, νάσαι άνθρωπος και να μην αστοχάς τι είσαι! Διαλέγεις!
Όντας νέος απονήρευτος κι αγνός κάποτε- πως πέρασε η ζωή-, αναθυμάται τώρα ο απόμαχος χωριάτης, που  ρώταε ένα προεστό πούχε πολλά διαβάσει και τούδινε βιβλία κι αυτουνού.
-  Ο πολιτισμός δεν κάνει καλύτερο τον κόσμο;
-  Ο πολιτισμός…, τούλεε τότε ο προεστός αργοκουνώντας το κεφάλι του κι έπαυε λίγο. Ο πολιτισμός, λογιώ-λογιώ κι αυτός, πάει ’πως ο τροχός γυρίζει! Ο πολιτισμός ο αληθινός  φως  ανέσπερο για το λεύτερο νου, μα… λένε αυτοί που ξέρουν, πως ο ντουνιάς απαντάει μια φορά το φως κι εννιά φορές το σκοτάδι. Κι είπαν ακόμα, πως ανάλογα είναι η αρμονία και το χάος, ανάλογα η αναγέννηση κι ο μεσαίωνας, ανάλογα, κοντολογίς, η φωτεινή κι σκοτεινή πλευρά του κόσμου. Η ιστορία όλο βαρβαρότητα,  η τέχνη και το πνέμα του δημιουργού ανάμερα, στις σελίδες της καταφρόνιας. Βλέπε…!βλέπε…!βλέπε…!!! Κι υπάρχουν άνθρωποι  πολλοί στων φαύλων τις  παρωπίδες ζεμένοι, μα ευτυχώς είναι και κείνοι που με δίψα κι ασκλάβωτο φρόνημα περιπλανιούνται  και κάνουν  τέχνη απαράβγαλτη την ίδια τη ζωή.
- Ποιοι φταίνε για το άνισο; πως θα βρεθεί το δίκιο; Όλο απορία ξαναρωτούσε, όντας παιδί, ο απόμαχος χωριάτης.
- Όλοι μας έχουμε φταίξιμο… αναλόγως, έλεε με σιγουριά τότε ο προεστός κι έβανε μπρος ξανά τη διδαχή. Το δίκιο, λένε,  από φκιασιά μας δε το  αντέχουμε οι άνθρωποι, ότι όλους μας ελέγχει κάθε στιγμή κι έτσι το εξορίζουμε μακριά απ’ τη γης, πέρα από το σκοτεινό κενό όπου το λένε φόβο! Άμποτε οι άνθρωποι μ’ ένα πήδο περάσουμε το σκοτεινό κενό και διώξουμε το φόβο…Τότε… το δίκιο βγαίνει στο φως, τότε! Ως τότε το λοιπό, ας ξυπνάμε νωρίς κι ας γιοματίζουμε στ’ αυλάκι κι ας γυρίζουμε στο τσαρδί  το δειλινό αποσταμένοι, να κάνουμε λογαριασμό, τι έχουμε - τι να ξοδέψουμε κι άμα το λέει η ψυχή μας να λέμε κι ένα τραγούδι. Έτσι θα μαζωχτεί το σκοτεινό κενό όπου το λένε  φόβο και  το δίκιο θα ξεθαρρέψει και θα σιμώσει  και θα φανεί ότι δεν ήτανε φραγμός ο φόβος, ήτανε ο κόπος κι ο λογαριασμός  πούλειπαν  για να μονιάσουμε. Μα ως ο τροχός γυρίζει, γιαβάς-γιαβάς, πάλε πιάνουμε οι άνθρωποι το υφάδι της διχόνοιας, οργή κακιά, όσο να λαλήσουμε φριχτά από νέες συφορές κι όσο ξανά  να αποζητήσουμε για γιατρικό το δίκιο. Κι άιντε απ’ την αρχή!
Και τώρα ο  απόμαχος χωριάτης, έρμο κούτσουρο, ’πως ο κυρ Αντώνης του Χατζιδάκι, πλαγιάζει νωρίς αποβραδίς και το πρωί, -κάθε πρωί- βγαίνει  άνιφτος ακόμα, όλο λαχτάρα, στην αυλή, στη τρυφερή προσμονή των παιδιών της γειτονιάς, ότι κι ο γέροντας παιδί είναι, για το γκαρδιακό καλημέρισμα! Και μπαίνει στο μπαξέ να τον ποτίσει και νίβεται εκεί και κουβεντιάζει με τα λάχανα και βρίσκει τη χαρά κι είναι ατός του περιβόλι. Και βάνει τάξη στην αυλή κι απέ ντένεται να πάει στον αγροτικό γιατρό να του γράψει τα φάρμακα. Μετά για λίγο στον καφενέ, να σταυρώσει δυο κουβέντες, 1 ευρώ ο καφές- 340 δραχμές και λίγο ακόμα –λογαριάζει πως είν’ ακριβός και λέει, από δω και πέρα, να περνάει απ’ τον καφενέ κάνα δυο βολές τη βδομάδα, δε βγαίνει για κάθε μέρα.
Κι ύστερα, ζαλικωμένος την ιστορία του χωριού, πάλε πίσω μονάχος στην αυλή, τηράει κατά πίσω τη ζωή και γιομώνουν τα μάτια του, ότι η ζωή του άδεια. Και φέρνει πίσω τον καιρό, τότε που του φαίνονταν πως το συβόηθειο περίσσευε κι ήταν ο γείτονας το χέρι του Θεού. Τότε που τα κουτσούβελα άπλωναν τη ζωή και το καθένα  με δυο αρμάθες στο λαιμό βόηθαγαν να πάει για ν’ απλωθεί ο καπνός στη λιάστρα.  Και κουβεντιάζει με τα λουλούδια και τα βασιλικά και κουβεντιάζει και  συχαριάζεται με τα σκυλιά και τα γατιά του, χαιρετάει κάνα διαβάτη και πλανιέται στη σαλεμένη μνήμη  και φκιάνει στο νου του συντροφιές μ’ αποθαμένους, με ζωντανούς της ξενιτιάς και προδομένες αγάπες. Και καρτερεί μαραμένος, παρέα την υπομονή, πως αλλιώς, μη και φανούνε τα παιδιά του απ’ τις  ξενιτιές. Σαλεύει αγάλι στεγνά τα χείλη του… «Είπες πως θα ‘ρθεις να με βρεις, μα γέρασ’ η καρδιά μου κι ούτε πουλί φτερούγισε μέσα στην ερημιά μου». Και μπαίνει σε μεγάλες σιωπές. Κι αναστενάζει κάπου κι ύστερα  λέει, ας είναι! Και με τον τζίτζικα νανούρισμα, «κλέβει» για λίγο  τον ύπνο του μεσημεριού, όσο να ξεθυμάνει  το λιοπύρι, να μεράσει τις ώρες, ότι μεγάλη η μέρα του Καλοκαιριού.
Και στην άλλη μεριά του τροχού o νέος ο απονήρευτος, που τη ζωή ορέγεται, φωνάζει το φρέσκο, το πανάρχαιο κάλεσμα, σα δροσίσει ξανά το δειλινό και βγουν οι πόθοι στο μεϊντάνι.
«Πάμε τον περίπατο ως στ’ αστέρια! Πάμε με τ’ αγέρι και τα λυτά μαλλιά, με την όστρια και το σύγνεφο, με το μαΐστρο και την ξαστεριά, με το κρασί και το φιλί!  Πάμε με τη γλυκιά λαλιά, την ταξιδιάρικη, του Νίκου Παπάζογλου,  πούμεινε στο κατόπι του κι εξακολουθεί.  Έχουμε λίγο αργήσει ίσως, μα πάμε μ’ έναν πήδο  ως την Πούλια! Είναι Καλοκαίρι…! Μη φοβάσαι την ακρίδα, το τριζόνι, την οχιά!  Είναι καλοκαίρι! Μες στον μπαξέ θα βρεις να κόψεις, να τραγουδήσεις, ν’ ανασάνεις ζωή και γιασεμί… Θα βρεις κι έναν καθρέφτη, την ψυχή σου πες, να βλέπεις κατά περίσταση τον εαυτό σου στην κούνια ή στο κλαρί. Μη φοβάσαι! Στη στράτα οι φίλοι  κι οι  γειτονοπούλες, είν’ έτοιμοι γι αντάμωση. Έλα, βγες απ’ το face book και πάμε να χορτάσουμε ζωή, τώρα πούναι Καλοκαίρι, ότι ως οι καιροί αλλάζουν όλο και βρίσκεται λόγος γι’ απάρνηση! Κι ίσως άξαφνα έρθουν κεραυνοί κι ανεμοστρόβιλοι! Κι ίσως  κάποιος χαθεί – είδες ο Περικλής* ! -.
Κι ίσως περάσουν οι εικόνες της αντάμωσης παντοτινά στα περασμένα. Πάμε…Ούτως ή  άλλως όλα είναι δρόμος, ’πως  μας έλεγε ο Βέγγος, πριν φύγει στην αθανασία».-

* Περικλής Κουτσομπίνας (1950-2011):  Έχασε τη ζωή του από ανεμοστρόβιλο στις ΗΠΑ.                                                     
Θυμάμαι τον Περικλή  νεαρό,  θηριώδη σέντερ φορ,  στα πρώτα ανεπανάληπτα χρόνια (1972-1974), που ο Ακαρνανικός συμμετείχε  στα τοπικά ερασιτεχνικά πρωταθλήματα της ΕΠΣ Αιτωλ/νίας!
Θυμάμαι και κάποια γκολ του, με προβολή,  με κεφαλιά, με σουτ…
Κι ύστερα… στην Αμερική!
Γεια σου Περικλή!
Φυτειώτικα Νέα αρίθ. φ. 106 

0 σχόλια

Readers Comments

Latest Posts

Δειτε εργα Online Δωρεαν

Featured Video

Χορηγός